συνηθισμένος kreikka > suomi

συνηθισμένος sc=Grek

  1. tottunut + illative case

κανονικός sc=Grek, κανονική sc=Grek, κανονικό sc=Grek, κοινός sc=Grek, κοινή sc=Grek, κοινό sc=Grek, συνηθισμένος sc=Grek, συνηθισμένη sc=Grek, συνηθισμένο sc=Grek

  1. säännöllinen

κοινός, συνηθισμένος

  1. säännöllinen

κοινός, συνηθισμένος

  1. säännöllinen

  2. tavallinen

  3. yhteinen

  4. yleinen