ακτίνα kreikka > suomi

ακτίνα

  1. puola (rod), pinna (tension spoke)

  2. säde

προσπίπτουσα (ακτίνα), προσπίπτων

  1. rahtunen

ακτίνα

  1. tapaus

βεληνεκές, εμβέλεια, ακτίνα

  1. värttinäluu

ακτίνα, σφαίρα, πεδίο δράσης

  1. valikoima, joukko array