thymus Kreikaksi
4 käännökset
| Käännös | Konteksti | Ääni |
|---|---|---|
|
yleinen
🇫🇮 The thymus is an essential part of the immune system.
🇬🇷 Ο θύμος είναι ένα ζωτικής σημασίας μέρος του ανοσοποιητικού συστήματος.
🇫🇮 In children, the thymus is larger and active.
🇬🇷 Στα παιδιά, ο θύμος είναι μεγαλύτερος και ενεργός.
|
lääketieteellinen | |
|
muodollinen
🇫🇮 The thymus gland produces T-cells.
🇬🇷 Ο θύμος αδένας παράγει Τ-κύτταρα.
🇫🇮 Research on the thymus gland helps understand immune development.
🇬🇷 Οι έρευνες για τον θύμο αδένα βοηθούν στην κατανόηση της ανάπτυξης του ανοσοποιητικού.
|
tieteellinen | |
|
yleinen
🇫🇮 The doctor examined the thymus during the autopsy.
🇬🇷 Ο γιατρός εξέτασε τον θύμο κατά τη νεκροψία.
🇫🇮 The thymus shrinks with age.
🇬🇷 Ο θύμος συρρικνώνεται με την ηλικία.
|
yleiskieli | |
|
harvinainen
🇫🇮 In ancient texts, the thymus was sometimes associated with vitality.
🇬🇷 Στα αρχαία κείμενα, ο θύμος συχνά συνδεόταν με τη ζωτικότητα.
🇫🇮 The poet used the thymus metaphorically to represent the soul’s strength.
🇬🇷 Ο ποιητής χρησιμοποίησε το θύμο μεταφορικά για να αναπαραστήσει τη δύναμη της ψυχής.
|
kirjallinen |