tasapaino kreikkaksi

statiikka, tasapaino-oppi

  1. ισορροπία

tasapaino

  1. ισορροπία iso̞ro̞ˈpiˌa g

  2. ισορροπία iso̞ro̞ˈpiˌa g

  3. διανοητική or ψυχική αταραξία ataraˈk͡siˌa ισορροπία iso̞ro̞ˈpiˌa ηρεμία ire̞ˈmiˌa (meaning: mental or psychic equanimity balance tranquillity) g

  4. συμμετρία

  5. ζυγαριά

  6. ισορροπία

  7. ισοζύγιο

  8. αντισταθμίζω

  9. ισορροπώ