savusilli Kreikaksi
3 käännökset
| Käännös | Konteksti | Ääni |
|---|---|---|
|
yleinen
🇫🇮 Olen ostanut savusilliä kaupasta.
🇬🇷 Έχω αγοράσει καπνιστό σολομό από το κατάστημα.
🇫🇮 Savusilli sopii hyvin leivän päälle.
🇬🇷 Ο καπνιστός σολομός ταιριάζει καλά με το ψωμί.
|
arkikäyttö | |
|
muodollinen
🇫🇮 Savusilliä käytetään usein gourmet-ruoissa.
🇬🇷 Ο καπνιστός ψαράς χρησιμοποιείται συχνά σε γκουρμέ πιάτα.
🇫🇮 Tämä savusilli on valmistettu perinteisesti.
🇬🇷 Αυτός ο καπνιστός ψαράς έχει παρασκευαστεί με παραδοσιακό τρόπο.
|
muodollinen | |
|
harvinainen
🇫🇮 Savusilli on suosittu kalatuote Suomessa.
🇬🇷 Ο καπνιστός σολομός είναι δημοφιλές προϊόν ψαριού στη Φινλανδία.
🇫🇮 Säilytys ja käsittely savusillin kanssa ovat tärkeitä.
🇬🇷 Η αποθήκευση και η επεξεργασία του καπνιστού σολομού είναι σημαντικές.
|
tekninen |