pääomatulon+saaja Kreikaksi
3 käännökset
| Käännös | Konteksti | Ääni |
|---|---|---|
|
muodollinen
🇫🇮 Pääomatulon saaja maksaa veroa kertyneistä tuloista.
🇬🇷 Ο δικαιούχος κεφαλαιουχικών αποδόσεων πληρώνει φόρο για τα κέρδη που απέκτησε.
🇫🇮 Pääomatulon saajat saavat osinkoja sijoituksistaan.
🇬🇷 Οι δικαιούχοι κεφαλαιουχικών αποδόσεων λαμβάνουν μερίσματα από τις επενδύσεις τους.
|
muodollinen, taloudellinen konteksti | |
|
yleinen
🇫🇮 Pääomatulon saaja voi saada tuloja vuokratuloista.
🇬🇷 Ο κάτοχος εισοδήματος από κεφάλαιο μπορεί να λαμβάνει έσοδα από ενοίκια.
🇫🇮 Pääomatulon saajat ovat usein sijoittajia.
🇬🇷 Οι κάτοχοι εισοδήματος από κεφάλαιο είναι συχνά επενδυτές.
|
yleiskielinen, neutraali | |
|
yleinen
🇫🇮 Pääomatulon saaja on usein henkilö, joka omistaa osakkeita.
🇬🇷 Ο επενδυτής που λαμβάνει εισόδημα από κεφάλαιο είναι συχνά κάποιος που κατέχει μετοχές.
🇫🇮 Pääomatulon saajat hyötyvät osingoista ja myyntivoitoista.
🇬🇷 Οι επενδυτές που λαμβάνουν εισόδημα από κεφάλαιο ωφελούνται από τα μερίσματα και τις υπεραξίες.
|
puhekieli, sijoittamiseen liittyvä |