multitasking Kreikaksi
0 käännökset
| Käännös | Konteksti | Ääni |
|---|---|---|
|
yleinen
🇫🇮 Multitasking on the computer requires good organization.
🇬🇷 Η πολυδιεργασία στον υπολογιστή απαιτεί καλή οργάνωση.
🇫🇮 Effective multitasking can improve productivity.
🇬🇷 Η αποτελεσματική πολυδιεργασία μπορεί να βελτιώσει την παραγωγικότητα.
|
muodollinen | |
|
yleinen
🇫🇮 She is good at multitasking during her workday.
🇬🇷 Είναι καλή στην πολλαπλή εργασία κατά τη διάρκεια της εργασιακής της ημέρας.
🇫🇮 Multitasking is common in modern workplaces.
🇬🇷 Η πολλαπλή εργασία είναι συνηθισμένη στους σύγχρονους εργασιακούς χώρους.
|
yleiskieli | |
|
harvinainen
🇫🇮 His multitasking skills are impressive.
🇬🇷 Οι πολυπραγμοσύνη του είναι εντυπωσιακές.
🇫🇮 The novel describes the chaos of multitasking in urban life.
🇬🇷 Το μυθιστόρημα περιγράφει το χάος της πολυπραγμοσύνης στη ζωή στην πόλη.
|
kirjallinen | |
|
harvinainen
🇫🇮 Modern operating systems support multitasking.
🇬🇷 Τα σύγχρονα λειτουργικά συστήματα υποστηρίζουν την παραλλαγή εργασιών.
🇫🇮 Multitasking improves efficiency in software applications.
🇬🇷 Η παραλλαγή εργασιών βελτιώνει την αποδοτικότητα στις εφαρμογές λογισμικού.
|
tekninen |