installed Kreikaksi
3 käännökset
| Käännös | Konteksti | Ääni |
|---|---|---|
|
yleinen
🇫🇮 Ohjelmisto on asennettu tietokoneelle.
🇬🇷 Το λογισμικό είναι εγκατεστημένο στον υπολογιστή.
🇫🇮 Asennettu laite toimii oikein.
🇬🇷 Η εγκατεστημένη συσκευή λειτουργεί σωστά.
|
tekninen | |
|
yleinen
🇫🇮 Asensin uuden sovelluksen puhelimeeni.
🇬🇷 Εγκατέστησα μια νέα εφαρμογή στο κινητό μου.
🇫🇮 Teknikko asensi ilmastointilaitteen.
🇬🇷 Ο τεχνικός εγκατέστησε το κλιματιστικό.
|
tekninen | |
|
muodollinen
🇫🇮 Laite on paikalleen asennettu ja valmis käyttöön.
🇬🇷 Η συσκευή είναι τοποθετημένη στη θέση της και έτοιμη για χρήση.
🇫🇮 Kaapeli on asennettu siististi seinään.
🇬🇷 Το καλώδιο είναι τοποθετημένο καθαρά στον τοίχο.
|
muodollinen |