funktio suomi > kreikka

monotoninen funktio

  1. μονότονη συνάρτηση

l fi funktio

  1. τριγωνομετρική συνάρτηση

trigonometrinen funktio

  1. λειτουργία

funktio

  1. διαδικασία

  2. λειτουργία

  3. λειτουργώ ως

  4. λειτουργώ ως

  5. λειτουργώ, εργάζομαι

  6. λειτουργία