funktio Kreikaksi
3 käännökset
| Käännös | Konteksti | Ääni |
|---|---|---|
|
tekninen
🇫🇮 Matemaattinen funktio kuvaa suhdetta.
🇬🇷 Η μαθηματική λειτουργία περιγράφει μια σχέση.
🇫🇮 Tietokoneohjelmassa on useita funktioita.
🇬🇷 Το πρόγραμμα υπολογιστή έχει πολλές λειτουργίες.
|
tekninen | |
|
yleinen
🇫🇮 Yrityksen funktio on tuottaa palveluita.
🇬🇷 Η λειτουργία της εταιρείας είναι να παρέχει υπηρεσίες.
🇫🇮 Laitteen funktio on parantunut uudessa mallissa.
🇬🇷 Η λειτουργία της συσκευής έχει βελτιωθεί στο νέο μοντέλο.
|
arkikäyttö | |
|
tekninen
🇫🇮 Funktio f(x) on määritelty tälle joukolle.
🇬🇷 Η συνάρτηση f(x) ορίζεται σε αυτό το σύνολο.
🇫🇮 Analyyttinen funktio on jatkuva.
🇬🇷 Η αναλυτική συνάρτηση είναι συνεχής.
|
contextMathematical |