differointi Kreikaksi
3 käännökset
| Käännös | Konteksti | Ääni |
|---|---|---|
|
muodollinen
🇫🇮 Differointi on keskeinen käsite matematiikassa.
🇬🇷 Ο διαφορικός λογισμός είναι μια βασική έννοια στα μαθηματικά.
🇫🇮 Opiskelen differointia yliopistossa.
🇬🇷 Μελετώ τον διαφορικό λογισμό στο πανεπιστήμιο.
|
tekninen, matematiikka | |
|
yleinen
🇫🇮 Yrityksen differointi kilpailijoista on tärkeää.
🇬🇷 Η διαφοροποίηση της εταιρείας από τους ανταγωνιστές είναι σημαντική.
🇫🇮 Markkinoinnissa käytetään usein differointia.
🇬🇷 Στο μάρκετινγκ χρησιμοποιείται συχνά η διαφοροποίηση.
|
liiketoiminta, markkinointi, yleiskieli | |
|
muodollinen
🇫🇮 Funktion derivointi eli differointi on laskutoimitus.
🇬🇷 Η παραγώγιση της συνάρτησης είναι μια αριθμητική πράξη.
🇫🇮 Differointi ja integrointi ovat laskennan peruskäsitteitä.
🇬🇷 Η παραγώγιση και η ολοκλήρωση είναι βασικές έννοιες του λογισμού.
|
tekninen, matematiikka, formaali |