φοβερός kreikka > suomi

φοβερός, φριχτός

  1. kammottava

τρομερός, φοβερός

  1. hämmästynyt

τρομερός, φοβερός, φρικτός

  1. kauhea, hirveä, kamala, karmea, kaamea

τρομερός, φοβερός, δεινός

  1. kauhea, hirveä