υπόθεση kreikka > suomi

υπόθεση

  1. oletus, olettamus

  2. oletus, olettamus

υπόθεση sc=Grek

  1. premissi, peruste

υπόθεση

  1. hypoteesi

υπόθεση, ζήτημα, θέμα

  1. hypoteesi, olettamus, otaksuma

υπόθεση sc=Grek, περιστατικό sc=Grek

  1. syrjähyppy

υπόθεση

  1. tapaus

υπόθεση sc=Grek, περιστατικό sc=Grek

  1. laukku, matkalaukku

υπόθεση

  1. kotelo, kuori

υπόθεση sc=Grek, περιστατικό sc=Grek

  1. oikeustapaus

υπόθεση

  1. tapaus

υπόθεση sc=Grek, περιστατικό sc=Grek

  1. pakata

υπόθεση

  1. tapaus

υπόθεση sc=Grek, περιστατικό sc=Grek

  1. laukku

υπόθεση

  1. vitriini

υπόθεση sc=Grek, περιστατικό sc=Grek

  1. tapaus, case

υπόθεση

  1. sijamuodot p