σύμπτωση kreikka > suomi

σύμπτωση απόψεων

  1. sopimus

σύμπτωση

  1. samanaikaisuus

σύμπτωση sc=Grek

  1. yhteensattuma

τύχη, σύμπτωση, περίσταση, συγκυρία

  1. sattuma