συνηθισμένη kreikka > suomi

κανονικός sc=Grek, κανονική sc=Grek, κανονικό sc=Grek, κοινός sc=Grek, κοινή sc=Grek, κοινό sc=Grek, συνηθισμένος sc=Grek, συνηθισμένη sc=Grek, συνηθισμένο sc=Grek

  1. säännöllinen