σκοπός kreikka > suomi

πρόθεση, επιδίωξη, σκοπός

  1. tarkoitus

σκοπός, φρουρός

  1. vartija, vahti

σκοπός, στόχος

  1. vahti

φύλακας, φρουρός, σκοπός

  1. tarkoitus

σκοπός sc=Grek, στόχος sc=Grek

  1. vartija gloss person, suojus gloss thing

σκοπός, επιδίωξη, στόχος

  1. suojus

σκοπός, φρουρός

  1. sitoa

σκοπός

  1. vahti