πόνος kreikka > suomi

πόνος αυτί αυτιού, ωταλγία, πόνος στο αυτί

  1. korvasärky, korvakipu, otalgia

πόνος στη μέση sc=Grek, οσφυαλγία sc=Grek ormally

  1. selkäkipu, selkäkivut p

πόνος, θλίψη, οδύνη, συντριβή

  1. suru, murhe

άλγος, πόνος

  1. särky, kipu

πόνος, άλγος

  1. kipu, kärsimys, särky, tuska, piina