πρότυπο kreikasta suomeksi

πρότυπο, υπόδειγμα

  1. alkuperäinen, originaali, malli

πρότυπο

  1. kuvio

πρότυπο, υπόδειγμα

  1. alkuperäinen, originaali, malli

πρότυπο

  1. kuvio

πρότυπο, υπόδειγμα

  1. standardi

πρότυπο, είδωλο

  1. symboli, ikoni

πρότυπο

  1. malline