πλην kreikka > suomi

πλην

  1. miinusmerkki

πλην, μείον

  1. miinus

μείον, πλην

  1. miinus; (x astetta) pakkasta - (x degrees) frost

εκτός sc=Grek, πλην sc=Grek

  1. miinus ((arkikielinen))

πάνω κάτω, συν πλην

  1. outo, kummallinen, omituinen

μειονέκτημα, μείον, πλην

  1. pariton

εκτός, πλην, με εξαίρεση, αλλά

  1. haitta, haittapuoli