περασμένος kreikka > suomi

αλλοτινός, περασμένος

  1. entinen, mennyt

περασμένος, παρελθών, πρότερος, πρωτύτερος, τα περασμένα-p

  1. mennyt

περασμένος, παρελθών, πρώην, τέως, πρότερος, πρωτύτερος

  1. viime

περασμένος, παρελθών, πρότερος, πρωτύτερος, τα περασμένα-p

  1. mennyt

περασμένος, παρελθών, πρώην, τέως, πρότερος, πρωτύτερος

  1. viime