οικογένεια kreikka > suomi

βασιλική οικογένεια

  1. kuningasperhe

γλωσσική οικογένεια

  1. kielikunta

νοικοκυριό, οικογένεια, σπιτικό

  1. kotitalous, talous

συγγενείς-p-p, οικογένεια

  1. suku

οικογένεια

  1. see: olla sukua not an adjective in Finnish

  2. perhe

  3. suku