μέρος kreikka > suomi

μοιράζομαι sc=Grek, συνεργώ σε sc=Grek, παίρνω μέρος sc=Grek, παίρνω μερίδιο sc=Grek

  1. sanaluokka

  2. osallistua, ottaa osaa

μέρος πολιτικού προγράμματος

  1. osallistua, olla mukana

μέρος

  1. periaate

  2. latoa

  3. liike

τόπος, θέση, περιοχή, τοποθεσία, μέρος, σημείο, χώρος

  1. osa

  2. liike