κακάο kreikka > suomi

φασόλι κακάο

  1. kaakaopapu

βούτυρο κακάο sc=Grek

  1. kaakaovoi, kaakaorasva

κακαόδεντρο, κακάο

  1. kaakaopuu

κακάο

  1. kaakaopapu

l el κακάο

  1. l fi kaakao

κακαόδεντρο, κακάο

  1. kaakaopuu

κακάο

  1. kaakaopapu

l el κακάο

  1. l fi kaakao

φασόλι κακάο

  1. kaakaojauhe

κακάο

  1. kaakao

κακάο, σοκολάτα

  1. kaakao

κακάο

  1. kaakao