κίνδυνος kreikka > suomi

κίνδυνος, ρίσκο

  1. riski

κίνδυνος, πιθανότητα

  1. riski

κίνδυνος

  1. riski

διακινδυνεύω, ριψοκινδυνεύω, ρισκάρω, διακυβεύω, θέτω σε κίνδυνος κίνδυνο

  1. vaarantaa, riskeerata

διατρέχω τον κίνδυνος κίνδυνο, διακινδυνεύω

  1. ottaa riski

κίνδυνος, ρίσκο

  1. ottaa riski

κίνδυνος, πιθανότητα

  1. riski

κίνδυνος

  1. riski

διακινδυνεύω, ριψοκινδυνεύω, ρισκάρω, διακυβεύω, θέτω σε κίνδυνος κίνδυνο

  1. riski

διατρέχω τον κίνδυνος κίνδυνο, διακινδυνεύω

  1. vaarantaa, riskeerata

κίνδυνος

  1. ottaa riski

  2. ottaa riski

κίνδυνος, ρίσκο

  1. uhka, vaara

κίνδυνος sc=Grek

  1. vaara