κάθαρμα kreikka > suomi

απόβρασμα, κάθαρμα,

  1. leväpuuro algae

κάθαρμα, καθίκι, αλήτης, τομάρι, λέχρίτης, πουτάνας γιε

  1. pintaliete

παλιάνθρωπος, κάθαρμα

  1. roskaväki, pohjasakka

κάθαρμα, παλιόμουτρο, απατεώνας

  1. perhana