ιατρός kreikasta suomeksi

ιατρός, γιατρός

  1. iatrogeeninen

υποβάλλω σε αγωγή, υποβάλλω σε θεραπεία, θεράπων ιατρός treating doctor

  1. käsitellä

ιατρός

  1. käsitellä

  2. tohtori