θαυμάσιος kreikka > suomi

θαυμάσιος, εκπληκτικός, υπέροχος, έξοχος, καταπληκτικός

  1. hieno, mainio, loistava, ihana

έξοχος, υπέροχος, άριστος, θαυμάσιος

  1. erinomainen, loistava

θεσπέσιος, θεϊκός, θαυμάσιος, θεϊκός

  1. jumalainen, taivaallinen