εν πάση περιπτώσει kreikka > suomi

εν πάση περιπτώσει, πάντως

  1. joka tapauksessa, oli miten oli, miten vain

ούτως ή άλλως, όπως και να έχει, εν πάση περιπτώσει, έτσι κι αλλιώς

  1. joka tapauksessa