ελεεινός kreikka > suomi

αισχρός sc=Cyrl, ελεεινός sc=Cyrl

  1. häpeällinen

άθλιος sc=Grek, ελεεινός sc=Grek, έρημος sc=Grek

  1. hylätty

οικτρός, ελεεινός, άθλιος

  1. epätoivoinen