εδάφιο kreikka > suomi

παράθεμα sc=Grek, χωρίο sc=Grek, εδάφιο sc=Grek, παράθεση sc=Grek, περικοπή sc=Grek

  1. lainaus, sitaatti

εδάφιο

  1. jae

απόσπασμα, περικοπή, χωρίο, usic μελωδία, εδάφιο

  1. jakso, jae (numbered section of text); juoksutus (section of music)