διακινδυνεύω kreikka > suomi

διακινδυνεύω, ριψοκινδυνεύω, ρισκάρω, διακυβεύω, θέτω σε κίνδυνος κίνδυνο

  1. vaarantaa, riskeerata

διατρέχω τον κίνδυνος κίνδυνο, διακινδυνεύω

  1. ottaa riski

διακινδυνεύω, ριψοκινδυνεύω, ρισκάρω, διακυβεύω, θέτω σε κίνδυνος κίνδυνο

  1. riski

διατρέχω τον κίνδυνος κίνδυνο, διακινδυνεύω

  1. vaarantaa, riskeerata