δευτερεύων kreikka > suomi

εξαρτημένος, δευτερεύων δευτερεύουσα of sentenses

  1. alamainen, alisteinen

δευτερεύων, επικουρικός

  1. alainen

δευτερεύων, υποσυσκευή

  1. apu-, lisä-