αντικαθιστώ kreikka > suomi

αντικαθιστώ

  1. korvata

υποκαθιστώ, αντικαθιστώ, αναπληρώνω

  1. korvata

αλλάζω sc=Grek, αντικαθιστώ sc=Grek

  1. vaihtopelaaja

  2. vaihtoraha