αλήτης kreikka > suomi

αλήτης

  1. kulkuri, irtolainen

  2. kulkuri

κάθαρμα, καθίκι, αλήτης, τομάρι, λέχρίτης, πουτάνας γιε

  1. paskiainen

αλήτης

  1. veijari