άθλιος kreikka > suomi

άθλιος sc=Grek, ελεεινός sc=Grek, έρημος sc=Grek

  1. hylätty

θλιβερός, οικτρός, άθλιος, κακόμοιρος

  1. säälittävä

άχαρος sc=Grek, θλιβερός sc=Grek, άθλιος sc=Grek

  1. karu, paljas

  2. karu, paljas

οικτρός, ελεεινός, άθλιος

  1. salakka